Ο Αριστοτέλης

27 Οκτωβρίου, 2023
xAkaΔimia

Η Αθήνα αποτέλεσε το κέντρο της φιλοσοφίας για περίπου 1000 χρόνια, από τότε που εμφανίστηκαν οι Σοφιστές και έδρασε ο Σωκράτης κατά τον 5ο αι. π.Χ., από την ίδρυση των πρώτων φιλοσοφικών σχολών, της Ακαδημίας του Πλάτωνα και του Λυκείου του Αριστοτέλη το 387 και το 335 π.Χ. αντίστοιχα, και μέχρι το 529 μ.Χ., οπότε και ο Ιουστινιανός έκλεισε τη Νεοπλατωνική Ακαδημία, γεγονός που σηματοδοτεί το τέλος της αρχαιότητας. Η ακτινοβολία της Αθήνας παρέμεινε αναλλοίωτη καθόλη τη διάρκεια της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής, αφού υπήρξε η έδρα των σημαντικότερων φιλοσοφικών σχολών και προσέλκυσε φιλοσόφους και σπουδαστές από ολόκληρο τον γνωστό κόσμο.

Ο Αριστοτέλης εγκατέστησε τη δική του σχολή στο Λύκειο∙ οι μαθητές του ονομάστηκαν Περιπατητικοί, ίσως γιατί ο Αριστοτέλης συνήθιζε να διδάσκει περπατώντας. Το Λύκειο περιελάμβανε ζωολογικό και βοτανικό κήπο για τα φυσικά πειράματα του Αριστοτέλη, συλλογή χαρτών και επιστημονικά όργανα, ενώ η βιβλιοθήκη του αποτέλεσε το πρότυπο για τις μεγάλες ελληνιστικές βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου. Ο ίδιος όρισε διάδοχό του στη διεύθυνση της σχολής τον Θεόφραστο, κι εκείνον τον διαδέχτηκε ο Στράτων ο Λαμψακηνός. Το Λύκειο ή ο Περίπατος, όπως και η Ακαδημία, καταστράφηκε το 86 π.Χ. από τους Ρωμαίους.

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.Χ. στα Στάγειρα της Χαλκιδικής, κοντά στο όρος Άθως. Προερχόταν από εύπορη οικογένεια, καθώς ο πατέρας του ήταν γιατρός στην αυλή του Βασιλιά Αμύντα Γ’, πατέρα του Φιλίππου Β’ και παππού του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ονομαζόταν Νικόμαχος. Λέγεται ότι ο Νικόμαχος άνηκε στο γένος των Ασκληπιάδων που ανήγε την καταγωγή του στον θεό της Ιατρικής Ασκληπιό, με τις ιατρικές γνώσεις να μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Επομένως αυτό συνεπάγεται με το γεγονός, ότι ο Αριστοτέλης είχε έμφαση στις φυσικές επιστήμες, αφού έμαθε πολλά από την επιστήμη της ιατρικής την οποία ενσωμάτωσε στην γνωστική του μέθοδο, την πειραματική έρευνα και την ορθολογική σκέψη.

Ο Αριστοτέλης έμεινε ορφανός σε πολύ μικρή ηλικία, o κηδεμόνας  του καταγόταν από την Αττάρναια. Στην ηλικία των 17 χρονών πήγε στην Ακαδημία του Πλάτωνα , ο οποίος ήταν δάσκαλός του και εκείνη την εποχή βρισκόταν στις Συρακούσες. Διευθυντής της Ακαδημίας ήταν ο Εύδοξος τον οποίο είχε ορίσει ο Πλάτων και καταγόταν από την Κνίδο. Ήταν μαθηματικός, γεωγράφος και αστρονόμος. Ο ανερχόμενος φιλόσοφος έλαβε πολλά ερεθίσματα από τον Εύδοξο. Έμεινε 20 χρόνια στην Ακαδημία. Ο Πλάτων τον είχε ονομάσει ο «Νους της σχολής» και πως όταν λείπει το ακροατήριο του ήταν βουβό. Παρά τις μεταξύ τους διαφορές, ο Αριστοτέλης θαύμαζε τον δάσκαλό του και το αποδείκνυε μέσω των γραπτών του. Ο Αριστοτέλης ωστόσο είχε γνωρίσει αρκετό κόσμο στην Ακαδημία με τον οποίο είχαν κάποιες διαφορές, διότι ο ίδιος υποστήριζε ότι ο άνθρωπος πρέπει να θυσιάσει ακόμη και τους φίλους για να σωθεί η αλήθεια.

Στη θεωρία του για τη γνώση ο Αριστοτέλης δεν ήταν ούτε μόνο εμπειρικός ούτε μόνο λογοκρατικός. Πίστευε δηλαδή ότι οι εντυπώσεις μας διαμορφώνονται πάντα από τις ιδιότητες των πραγμάτων και ότι τα λάθη μας οφείλονται ή σε ελαττωματικές συνδέσεις ή σε ελαττωματικά παρακόλουθα. Σχετικά, τη δυσκολία για την εξακρίβωση του λάθους ο Αριστοτέλης την είχε εντοπίσει και στην πολυπλοκότητα των πραγμάτων και στην πολυσημία των λέξεων που τα ορίζουν. Έτσι ο Αριστοτέλης δίδασκε ότι οι λογικές κατηγορίες αντιστοιχούν κανονικά στα πράγματα και ότι οι έννοιες δηλώνουν την ουσία των πραγμάτων. Γι’ αυτό θεωρούσε ως πραγματική τη γνώση που βασίζεται στις έννοιες και με προϋποθέσεις που βέβαια βρίσκονται στις αισθήσεις. Στη συνέχεια ο Αριστοτέλης χώρισε τη γνώση σε άμεση, που την αποκτούμε ενορατικά, και σε έμμεση, που την αποκτούμε με την παρατήρηση, την εμπειρία και την αφαίρεση. Ο Αριστοτέλης δε δεχόταν προϋπάρχουσες στον κόσμο ιδέες, όπως ο Πλάτων, αλλά μόνο τη γενική ιδιότητα του ανθρώπινου πνεύματος να δημιουργεί έννοιες και με αυτές να αναγνωρίζει την πραγματικότητα. Σχετικά ο Αριστοτέλης εξηγούσε τη γνώση των πρώτων εννοιών ως συνδυασμό εμπειρίας και αφαίρεσης και διαβάθμιζε τη γνώση από το «συγκεχυμένον» αρχικά προς το «γνώριμον» σ’ εμάς και το «γνώριμον» γενικά.

Κριτική της θεωρίας των ιδεών: ύλη και μορφή. Θεωρία της γνώσης

Στο πρόβλημα της ουσίας ο Αριστοτέλης ξεκίνησε από την κριτική της πλατωνικής θεωρίας των ιδεών. Ο Αριστοτέλης παρατήρησε ότι η πρωτοβουλία του Πλάτωνα να εξηγήσει την αισθητή πραγματικότητα ως έκτυπο μιας νοητής πραγματικότητας είχε το μειονέκτημα ότι χώριζε την πραγματικότητα σε δύο επίπεδα και ότι, αντί να λύνει το πρόβλημα της ουσίας καθαυτό, το μετέθετε σε ένα άλλο επίπεδο, που θα έπρεπε επίσης να εξηγηθεί από ένα τρίτο κ.ο.κ. ως το άπειρο. Έτσι ο Αριστοτέλης, βλέποντας τη ματαιοπονία σε μια τέτοια προσπάθεια, προτίμησε να επιστρέφει στην αισθητή πραγματικότητα και να αναζητήσει την ουσία των όντων μέσα στα συγκεκριμένα αντικείμενα.

  • Η μορφή, κατά τον Αριστοτέλη, είναι η αγέννητη ουσία του όντος και το μόνο, πραγματικά, αντικείμενο της επιστήμης. 
  • Ο Αριστοτέλης κατανόησε την ύπαρξη κάθε όντος ακριβώς ως σύνδεσμο ύλης και μορφής και εξήγησε την πραγματικότητα ως ενότητα σύνθετη.
  • Ο Αριστοτέλης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό που γίνεται κάθε φορά με τη γένεση ενός όντος, φυσικού ή τεχνητού, δεν είναι ούτε η ύλη ούτε η μορφή, αλλά μόνο ο συγκεκριμένος σύνδεσμος ύλης και μορφής.

Η φύση και ο άνθρωπος. Το τελεολογικό κριτήριο. Η θεμελίωση της βιολογίας. Επισήμανση βιολογικών αρχών. Υπεροχή του ανθρώπου

  • Με τις επιδόσεις του σε ειδικά προβλήματα φυσιογνωσίας της εποχής του ο Αριστοτέλης πέτυχε να θεμελιώσει θεματολογικά και μεθοδολογικά τη βιολογία και πολλούς άλλους συγγενικούς κλάδους της επιστήμης, όπως η φυτολογία, η ζωολογία, η οικολογία, η εντομολογία, η εμβρυολογία, η ψυχολογία των ζώων κτλ.
  • Χωρίς να παραθεωρήσει τα κοινά γνωρίσματα ανάμεσα στον άνθρωπο και τα άλλα ζώα, ο Αριστοτέλης αναγνώρισε στον άνθρωπο μια θέση μοναδική μέσα στον κόσμο. Την υπεροχή του ανθρώπου ο Αριστοτέλης την επισήμανε βασικά στην όρθια στάση και στο όρθιο βάδισμά του, στην κατασκευή του χεριού, στον έναρθρο λόγο και στη συνειδητή σκέψη.
  • Σύμφωνα πάντα με τα βιολογικά και τα τελεολογικά κριτήριά του, ο Αριστοτέλης διέκρινε τρεις τύπους ψυχής: τη θρεπτική (του φυτού), την αισθητική (του ζώου) και τη διανοητική (του ανθρώπου).
  • Τέλος, ο Αριστοτέλης, χωρίς να αμφισβητήσει τη διαπίστωση των παλαιότερων Σοφιστών ότι πολλά ζώα υπερτερούν σε δύναμη, σε αντοχή και σε αισθητήρια, παρατήρησε ότι με το πνεύμα του ο άνθρωπος διαθέτει ανεξάντλητη εφευρετικότητα, που του ανοίγει δρόμους για να πραγματώσει κάθε σκοπό του.